(αναρτήθηκε στις 22/1/08, στο
Αβασάνιστο Τσίρκο)

Κάπου το είχε διαβάσει, αλλά δε θυμόταν που. Ο ψύκτης νερού σε χώρους εργασίας, έγραφε ο μαχόμενος Δημοσιογράφος, αποτελεί το μπαρ του 21ου αιώνα. Το άρθρο αναφερόταν στο -προβληματικό για πολύ κόσμο- ζήτημα της κοινωνικοποίησης.
-
Και αν η κοινωνικοποίηση είναι το γενικό πρόβλημα, το ειδικό είναι η αναζήτηση ερωτικού συντρόφου. Για μια νύχτα, για ένα σαββατοκύριακο, για μια βδομάδα… Για όσο τελοσπάντων κρατήσει , πρόθεσε ο Αλέξης στο φίλο του.
-
Με προσέχεις ρε μαλάκα, τι κάνεις; αναρωτήθηκε ο Αλέξης καθώς ο άλλος δεν αντιδρούσε.
-
Kαι άσε επιτέλους τα γαμημένα τα φιστίκια, του έβαλε τις φωνές, προσπαθώντας να τον επαναφέρει στη κουβέντα.
Ο άλλος τα άφησε. Έγλυψε τα αλατισμένα δάχτυλα του και τοποθετήθηκε:
-
Δηλαδή, αυτά τα τρεντοπεριοδικά βρήκαν πάλι τη λύση. Τη λύση σε ένα πρόβλημα που -εν μέρει τουλάχιστον- αυτά δημιούργησαν.-
Ε, είσαι μαλάκας, του απάντησε ο Αλέξης.
-
ΟΚ, είμαι μαλάκας, συμφώνησε κι ο άλλος και επέστρεψε στα φιστίκια του.
Η κουβέντα κάηκε. Ακολούθησαν αρκετά ποτά και τρία μπολ φιστίκια. Ποτά και φιστίκια συνοδεύτηκαν από σχόλια για το αβυσσαλέο ντεκολτέ της μπαργούμαν κι από έντονα βλέμματα σε δυο τύπισσες στην άλλη άκρη της μπάρας. Η μία - ο άλλος τη χαρακτήρισε ασχημούλα - τους χαμογελούσε. Η άλλη πάλι όχι. Ήταν άλλωστε αρκετά απασχολημένη με το να ανοιγοκλείνει το πορτάκι ενός μικροσκοπικού κινητού και να πληκτρολογεί. Έδειχνε να δυσκολεύεται καθώς τα μακριά κόκκινα νύχια της δε τη βοηθούσαν καθόλου στους απαραίτητους ελιγμούς.
-
Καλά, η γκόμενα έχει φάει μεγάλο πακέτο, παρατήρησε ο άλλος.
-
Δε τη κάνουμε, ρώτησε ρητορικά ο Αλέξης και έκανε νόημα στο εργαζόμενο στήθος που χτυπούσε ηδονικά ζάχαρη και φύλλα μέντας για ένα ακόμα μοχίτο.
-
Τριανταοχτώ ευρώ ήταν η ετυμηγορία του στήθους.
Τα τελευταία ήταν από μένα, πρόσθεσε με επαγγελματικό νάζι.
Απέναντι η ασχημούλα μιλούσε με έναν τύπο που είχε κάνει την προσωπική του υπέρβαση και πήγε να της μιλήσει. Κάτι έλεγαν για την ανυπόφορη ζέστη που κάνει το καλοκαίρι στο Μαρόκο. Η φίλη της είχε εγκαταλήψει τα μηνύματα και επικοινωνούσε πλέον σε real time:
-
Αν δεν έρθεις σε μισή ώρα, μη ξαναπάρεις τηλέφωνο, δήλωσε με ύφος. Με το άλλο χέρι ανακάτευε νευρικά ένα πολύχρωμο κοκτέιλ. Νευρικά κουνιόταν και η ασημένια καρδούλα που κρέμονταν από το κινητό της.
Ο Αλέξης κι ο άλλος άφησαν στη μπάρα από ένα χαρτονόμισμα των είκοσι ευρώ, μάζεψαν τσιγάρα, κινητά και κλειδιά αυτοκινήτου και βγήκαν έξω.
-
Άντε τα λέμε, είπε ο Αλέξης κηρύσσοντας και επίσημα το τέλος της βραδιάς.
-
Μμμ, μούγκρισε ο άλλος.
Πήραν το δρόμο για το σπίτι. Ο καθένας μόνος του. Κανείς τους δε νύσταζε. Ακόμα μια νύχτα. Σαν τη χθεσινή, τη προχθεσινή, ή εκείνη της προηγούμενης εβδομάδας… Η νύχτα της μαρμότας.
-------------------
Την Άννα τη γνώρισε δυο μέρες μετά. Στο ψύκτη του δευτέρου ορόφου. Του τη σύστησε ένας μαλάκας από το τμήμα πωλήσεων. Μετά τις συστάσεις, ο μαλάκας πήρε τη μπορντό γραβάτα και το επενδεδυμένο με Bluetooth αυτί του κι έφυγε. Η Άννα έκατσε. Αμηχανία. Ο Αλέξης έβαλε ένα ποτήρι νερό ακόμη.
Να μπω στον κόπο ή να μη μπω, αναρωτήθηκε. Τελικά μπήκε. Ταινίες, μπαράκια, εκδρομούλες, νησάκια. Το μεγάλο τσουβάλι με τα κλισέ αυτή τη φορά άδειασε απελπιστικά γρήγορα. Ήταν ξεκάθαρο: αυτοί που μόλις ξεδίψασαν δεν είχαν κανένα κοινό σημείο.
Καμία τύχη, σκέφτηκε ο Αλέξης που είχε ήδη πιει τέσσερα ποτήρια νερό. Δεν άντεξε άλλο.
-
Πρέπει να φύγω, θα τα πούμε, είπε γρήγορα κι έφυγε χωρίς να την κοιτάξει στα μάτια.
Επέστρεψε στο γραφείο για να τελειώσει τα σχέδια. Η προθεσμία ήταν μέχρι αύριο το μεσημέρι. Μετακίνησε το ποντίκι. Η προφύλαξη οθόνης αποχώρησε, αποκαλύπτοντας του διάφορα ανοιχτά παράθυρα. Σε ένα από αυτά, είδε ότι ο άλλος ήταν on-line. Έπρεπε να του τα πει. Μπορεί να ήταν λίγο απότομος, αλλά τουλάχιστον δεν έστελνε όλα αυτά τα ηλίθια κίτρινα προσωπάκια που αντιστοιχούσαν σε συγκεκριμένα συναισθήματα.
Αμερικλανιές, τα αποκαλούσε ο άλλος. Ο Αλέξης τα έλεγε απλά
μπαρμπαδελάκια.
-------------------------
-
Έπρεπε να ζητήσεις το κινητό, έγραψε ο άλλος στο MSN.
Ή έστω το mail.
- …
-
Δηλαδή τι, επειδή δε κάνει ελεύθερο κάμπινγκ;- …
-
Αφού ρε βλαμένε, σου αρέσει.
Ο βλαμένος βγήκε από το chat. Δοκίμασε τη τύχη του σε κάτι απλούστερο: επέστρεψε στο παράθυρο με το σχεδιαστικό πρόγραμμα.
-----------------------
Ο άλλος είχε δίκιο. Η Άννα του άρεσε του Αλέξη. Παρόλα αυτά, την έβρισκε ζώο. Με το χαρακτηρισμό αυτό αναφερόταν σε γυναίκες που σύχναζαν στα συγκεκριμένα μέρη, άκουγαν αντίστοιχες μουσικές κλπ. Τα πρωινά όμως μόλις ξυπνούσε - αλλά και τα βράδια πριν κοιμηθεί - σκεφτόταν άλλα: το στήθος της, τα μακριά της πόδια… Δυο κορμιά και άφθονο σπέρμα.
Η φαντασίωση γρήγορα προχώρησε. Ο εγκέφαλος του σε έναν παροξυσμό ερωτικής διέγερσης δημιουργούσε ασταμάτητα εικόνες: του αποκάλυψε τον τρόπο που έβγαζε το φόρεμα της, του υπέδειξε την αγαπημένη της ερωτική στάση, του φανέρωσε τις λέξεις που την ερέθιζαν. Σύντομα εγκατέλειψαν το κρεβάτι κι έκαναν έρωτα σε όλο το σπίτι. Στο πάγκο της κουζίνας, δίπλα στην άσπρη πλαστική πιατοθήκη με τα ποτήρια να κουδουνίζουν, στο σκοτεινό διάδρομο, όπου αυτός ήταν καθισμένος στο παλιό σκαμπό που έτριζε κι εκείνη ανεβοκατέβαινε επάνω του με τα δυο της χέρια απλωμένα ψηλά να σφίγγουν τη κρεμάστρα για τα μπουφάν. Έκαναν σεξ στο γραφείο όπου η Άννα τελειώνοντας έριξε το...
Ο Αλέξης αυνανιζόταν πλέον ασταμάτητα. Το πότε ακριβώς η φαντασίωση του μετατράπηκε σε εμμονή δεν το κατάλαβε. Φρίκαρε όμως όταν συνειδητοποίησε ότι είχε συνάψει μαζί της μια σχέση αυστηρά μονογαμική. Τουλάχιστον όσον αφορά την καθημερινή του αυτοϊκανοποίηση. Έπρεπε οπωσδήποτε να το συζητήσει με κάποιον. Τηλεφώνησε στον άλλο. Του είπε ότι ήταν επείγον κι έδωσαν ραντεβού σε μισή ώρα.
-----------------------
-
Έτσι που λες, περιέγραψε εν συντομία το χάλι του.
- … (σιγή)
-
Το χειρότερο είναι ότι χθες που τη πέτυχα έξω από το ασανσέρ, έκανα ότι δεν την είδα. Και ξέρεις γιατί; Κρατούσε ένα ηλίθιο κουτσομπολίστικο περιοδικό και ξενέρωσα.- … (σιγή)
-
Και τώρα τι κάνουμε;- … (σιγή συνοδευόμενη από επέλαση σε μπολ με φιστίκια)
------------------------------
Επέστρεψε σπίτι. Το έκαναν στο μπάνιο, όπου η Άννα πεσμένη στα γόνατα (είχαν σκορπίσει στα κρύα πλακάκια πετσέτες και άπλυτα σεντόνια) κρατιόταν από τη βρύση της μπανιέρας, ενώ εκείνος πίσω της, τη σφυροκοπούσε ανελέητα.
-
Πιο δυνατά, τον προέτρεψε.
(συνεχίζεται…)